ἐριβώλακος

ἐριβώ̱λακος , ἐριβῶλαξ
with large clods
masc/fem gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • EPIRUS — regio Graeciae finitima ad Ort. Acheloo fluv. discreta: ad Occas. Acrocerauniis montibus, quâ mari Adriatico incumbunt: Ad Septentr. Macedoniae parte terminatâ: Ad Merid. Ionio mari abluta. Primum Molossia dicta, deinde Chaonia, a Chaone Heleni… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.